Το Μήνυμα της Κυριακής: Πίστη και Θεία Χάρη πραγματοποιούν το θαύμα

image001(2591)– «Η Δύναμη της Πίστεως»· Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας & Κομοτηνής.

Η αιμορροούσα γυναίκα της ευαγγελικής περικοπής, πλησίασε με πίστη τον Χριστό, άγγιξε το ιμάτιό του και θεραπεύτηκε. «Και είπεν ο Ιησούς∙ Τις ο αψάμενός μου;». Την ερώτηση αυτή έκανε ο Χριστός, ενώ «οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν». Οι γύρω Του κοιτάζουν παραξενεμένοι. Ο Πέτρος και οι άλλοι μαθητές δεν κρατήθηκαν: «Τι λες Δάσκαλε, του είπαν∙ τα πλήθη του λαού σε έχουν περικυκλωμένο, σε συνθλίβουν, και συ λες ποιός με άγγιξε;». «Κι όμως, κάποιος με άγγιξε μ’ έναν τρόπο εντελώς ξεχωριστό», επιμένει ο Κύριος. Όταν η γυναίκα είδε οτι δεν διέφυγε της προσοχής του Χριστού, ήλθε με τρόμο, έπεσε στα πόδια Του, και Του είπε μπροστά σ’ όλο τον κόσμο την αιτία για την οποία Τον άγγιξε, και πως αμέσως θεραπεύθηκε».

Το ιδιαίτερο που υπάρχει στην προσέγγιση της πονεμένης γυναίκας, το αποκαλύπτουν ολοζώντανα οι λίγες λέξεις που χρησιμοποιεί ο Ευαγγελιστής για να περιγράψει τη σκηνή. «Προσελθούσα όπισθεν, ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού». Η λέξις «όπισθεν» δείχνει περισσότερη προσπάθεια. Κυρίως όμως αποκαλύπτει σεβασμό, δέος. Άρρωστη γυναίκα αυτή, έσκυψε μέσα στο πλήθος την ώρα που εκείνο μετεκινείτο, για να πιάσει το κράσπεδο του ιματίου. Κι αυτό, διότι δεν ένοιωθε τον εαυτό της άξιο να κάνει κάτι άλλο, να γονατίσει εμπρός στον Χριστό, να Του μιλήσει, να Τον παρακαλέσει, να πιάσει το χέρι Του. Μ’ αυτόν τον τρόπο άγγιξε τον Ιησού η αιμορροούσα: μ’ ένα απέραντο δέος. Γι’ αυτό, παρ’ όλο που αυτή η επικοινωνία δεν είχε στην αρχή κανέναν διάλογο, ήταν αληθινά συγκλονιστική και αποτελεσματική. Και η γυναίκα την ένοιωσε μ’ έναν μοναδικό τρόπο, «και αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της». Αλλά και ο Κύριος αισθάνθηκε έντονα το γεγονός. «Ήψατό μου τις», είπε, «εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ’ εμού».

Πίστη και Θεία Χάρη πραγματοποιούν το θαύμα. Η Θεία Χάρη δεν μεταδίδεται μόνο πνευματικά αλλά και υλικά.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας & Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμων.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας & Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμων.

Η ανθρώπινη φύση του Χριστού, ενωμένη άρρηκτα με τον Θείο Λόγο, θαυματοποιεί. Το ιμάτιο του Χριστού, αν και υλικό μετέχει της Χάριτος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Αγίους. Η Θεία Χάρη επεκτείνεται στο σώμα τους, στα λείψανά τους, στην εικόνα τους, ακόμα και στα προσωπικά τους αντικείμενα. Η περίπτωση του Αγίου Νεκταρίου, τη μνήμη του οποίου εορτάζουμε σήμερα, είναι χαρακτηριστική. Το πρώτο μαρτυρημένο θαύμα του, πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την Κοίμησή του, στον θάλαμο του Αρεταίειου Νοσοκομείου. Ετοιμάζοντας το σκήνωμά του οι Μοναχές, άφησαν πρόχειρα τη φανέλα του Αγίου στο διπλανό κρεβάτι. Ο ασθενής του κρεβατιού αυτού θεραπεύτηκε θαυματουργικά. Δεν τον θεράπευσε το ρούχο, αλλά η άκτιστη Θεία Χάρη που πέρασε από τον Άγιο στα περί αυτόν υλικά πράγματα.

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Ζ΄ Λουκά (Λουκ. η΄ 41–56)

Τῷ καιρῷ εκείνω, ἦλθεν προς τον Ιησούν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. Καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μου τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. Ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. Ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. Αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. Καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. Ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Z_LoukaΑπόδοση στη νεοελληνική

Τον καιρό εκείνο, ἦλθε προς τον Ιησού κάποιος, ὀνομαζόμενος Ἰάειρος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχισυνάγωγος, καὶ ἔπεσε εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ σπίτι του, διότι εἶχε μιὰ μοναχοκόρη, ἡλικίας περίπου δώδεκα ἐτῶν, ποὺ ἦτο ἑτοιμοθάνατη. Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐπήγαινε, ὁ κόσμος τὸν συνέθλιβε. Κάποια γυναῖκα, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ αἱμορραγίαν δώδεκα χρόνια καὶ εἶχε ἐξοδέψει ὅλην τὴν περιουσίαν της σὲ γιατροὺς καὶ δὲν μπόρεσε νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ κανένα, ἦλθε κοντά του ἀπὸ πίσω, ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του καὶ ἀμέσως ἐσταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Ἐπειδὴ δὲ ὅλοι τὸ ἠρνοῦντο, εἶπε ὁ Πέτρος καὶ ὅσοι ἦσαν μαζί του· Διδάσκαλε, ὁ κόσμος σὲ ἔχει περικυκλωμένον καὶ σὲ συνθλίβει καὶ σὺ λές, ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶπε· κάποιος μὲ ἄγγιξε, διότι αἰσθάνθηκα ὅτι ἐβγῆκε δύναμις ἀπὸ ἐμένα. Ὅταν εἶδε ἡ γυναῖκα ὄτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχήν, ἦλθε μὲ τρόμον, ἔπεσε στὰ πόδια του, καὶ τοῦ εἶπε μπροστὰ σ’ ὅλον τὸν κόσμο τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἄγγιξε καὶ πῶς ἀμέσως ἐθεραπεύθηκε. Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε· Ἔχε θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστις σου σὲ ἔσωσε, πήγαινε εἰς εἰρήνην. Ἐνῷ ἀκόμη μιλοῦσε, ἔρχεται κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ τοῦ λέγει· Ἡ θυγατέρα σου πέθανε, μὴν ἐνοχλῇς πλέον τὸν διδάσκαλον. Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ὅταν τὸ ἄκουσε, τοῦ εἶπε· μὴ φοβᾶσαι· μόνον πίστευε καὶ θὰ γίνῃ καλά. Ὅταν ἔφθασε εἰς τὸ σπίτι, δὲν ἐπέτρεψε σὲ κανένα νὰ μπῇ μαζί του, παρὰ εἰς τὸν Πέτρον, τὸν Ἰωάννην καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ εἰς τὸν πατέρα τοῦ κοριτσιοῦ καὶ εἰς τὴν μητέρα. Ἔκλαιγαν δὲ ὅλοι καὶ τὴν θρηνολογοῦσαν. Αὐτὸς δὲ εἶπε· μὴν κλαῖτε· δὲν ἐπέθανε ἀλλὰ κοιμᾶται. Καὶ τὸν εἰρωνεύοντο, διότι ἤξεραν ὅτι εἶχε πεθάνει. Ἀλλ’ αὐτὸς ἀφοῦ ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἔπιασε τὸ χέρι της καὶ ἐφώναξε· κορίτσι, σήκω ἐπάνω. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα της, ἐσηκώθηκε ἀμέσως, καὶ ὁ Ἰησοῦς διέταξε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάγῃ. Οἱ γονεῖς της ἐξεπλάγησαν, αὐτὸς δὲ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴ ποῦν σὲ κανένα τί συνέβη.

 

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται!!!