Μπορεί επιτέλους η βαθμολόγηση της Νεοελληνικής Γλώσσας στις Πανελλαδικές να γίνει ακριβοδίκαιη;

Παναγιώτης Καρακολίδης, φιλόλογος από τη Ροδόπη.
Παναγιώτης Καρακολίδης, φιλόλογος από τη Ροδόπη.

* Ένα κείμενο παρατηρήσεων και προτάσεων από τους φιλολόγους της διαδικτυακής κοινότητας agathi.pbworks.com

«Ο βαθμός της Έκθεσης στις Πανελλήνιες είναι ο άγνωστος “χ” μιας πολύ κρίσιμης διαδικασίας.  Είναι εκείνος που συχνά ανατρέπει  προσδοκίες αλλά και χρόνιες αξιολογήσεις, που αποκαλύπτει αλλοπρόσαλλες κρίσεις, που αφήνει πίκρα, θυμό κι απορίες σε υποψηφίους γιατί  δεν καταλαβαίνουν σε τι απέτυχαν, σε γονιούς γιατί δεν καταλαβαίνουν πώς διαψεύστηκαν, σε δασκάλους γιατί  δεν καταλαβαίνουν τι δεν δίδαξαν σωστά.  Το Γλωσσικό μάθημα – όσο σπουδαίο κι αν είναι δυνητικά – είναι υπόλογο: δεν είναι μετρήσιμο αντικειμενικά, παρ’ εκτός κι αν ευτελιστεί σε μια φόρμα τυποποιημένων απαντήσεων κλειστού τύπου. Οπότε  καλύτερα να εξαιρεθεί από τον διαγωνισμό επιλογής φοιτητών.

Εκτός κι αν δεν είναι το μάθημα υπόλογο αλλά ο τρόπος της βαθμολόγησής του. Αν αυτός αλλάξει μεθοδικά, δεν χρειάζεται να θυσιαστεί  ένας πολύτιμος δείκτης  της γλωσσικής και πνευματικής ωριμότητας του υποψηφίου. Συγκεκριμένα, κι από τα πιο απλά στα πιο σύνθετα:

1. Το κριτήριο πρέπει να επιμεριστεί σε θέματα μικρής βαρύτητας. Όσο υπάρχουν θέματα που καλύπτουν το 40% της συνολικής βαθμολογίας, η βαθμολόγηση θα είναι ρευστή.

2. Τα ζητούμενα του κριτηρίου πρέπει να διατυπώνονται με την απαιτούμενη σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα, ώστε να μην επιτρέπουν αποκλίνουσες («αυστηρές» ή «επιεικείς») ερμηνείες και θεωρήσεις κατά την αξιολόγηση.

3. Σε μια πιθανή αναβαθμολόγηση πρέπει ο τελικός βαθμός να προκύπτει από τον μέσο όρο των δύο πλησιέστερων μεταξύ τους βαθμολογιών. Όσο προστατεύονται οι υψηλότερες βαθμολογίες, παράγονται αδικίες.

4. Για την  αξιολόγηση του παραγόμενου λόγου είναι αναγκαίο να αξιοποιηθούν ως επιμορφωτές και ως μέλη του κεντρικού Φορέα των εξετάσεων, και Γλωσσολόγοι που ασχολούνται με τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας στο σχολείο .  Η διδασκαλία και τα εξεταστικά κριτήρια γενικά  πρέπει να εναρμονίζονται με τα Προγράμματα Σπουδών και να μην παλινδρομούν ανάμεσα σε επιστημονικά έγκυρες αρχές και  σε παραδοσιακές συνταγές και παγιωμένες εξωθεσμικά φόρμες αξιολόγησης.

5. Οι βαθμολογητές πρέπει να είναι καθηγητές που διδάσκουν και βαθμολογούν  το μάθημα για πολλά χρόνια και συμμετέχουν όλη τη χρονιά σε εργαστήρια πειραματικής βαθμολόγησης  γραπτών δοκιμίων, στη διάρκεια των οποίων θα εντοπίζουν τις αποκλίσεις των κριτηρίων τους και των εκτιμήσεών τους και θα συνειδητοποιούν ότι συμμετέχουν σε μια διαδικασία στην οποία προέχει – πέρα από προσωπικές κρίσεις και εγωισμούς – η ομοιογένεια της αξιολόγησης.

6. Η βαθμολόγηση πρέπει να βασίζεται σε αναλυτικές οδηγίες, οι οποίες α) θα περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους δείκτες ποιότητας και απαξίας και ικανά δείγματα απαντήσεων, β) θα προκύπτουν από εισήγηση της κεντρικής επιτροπής αναδιαμορφωμένη σύμφωνα με τις ενστάσεις και τα σχόλια βαθμολογητών και συντονιστών εδραιωμένα σε «πειραματική βαθμολόγηση» ικανού δείγματος και χρόνου επεξεργασίας, και γ) θα εφαρμόζονται υπό την επίβλεψη έμπειρων συντονιστών, επιλεγμένων ώστε να εμπνέουν τον σεβασμό και την ομαδικότητα.

7. Η βαθμολογική περίοδος δεν πρέπει να τελειώνει με το τέλος της βαθμολόγησης και την ανακοίνωση των βαθμολογιών, αλλά με την ενημέρωση των βαθμολογητών σχετικά με αποκλίσεις και απροσδόκητες εκτιμήσεις τους. Σκόπιμο είναι στη φάση αυτή να κατατίθενται προς επεξεργασία και παρατηρήσεις – απορίες των διδασκόντων, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις στις οποίες  διαπίστωσαν εκ των υστέρων ότι η βαθμολογία των Πανελληνίων απείχε από τις μαθητικές επιδόσεις όπως προέκυπταν από μεθοδική ενδοσχολική αξιολόγηση. Η αξιολόγηση δηλαδή πρέπει να ανατροφοδοτεί τη διδακτική πράξη συστηματικά.

Τον τελευταίο χρόνο πολλοί εναποθέτουν τις ελπίδες τους για μια ακριβοδίκαιη κρίση των γραπτών της Νεοελληνικής Γλώσσας στον υπό δημιουργία Εθνικό Οργανισμό Εξετάσεων και στο εξαγγελθέν Σώμα Βαθμολογητών. Αυτό είναι εν μέρει σωστό. Ορθά μεταθέτει το πρόβλημα στη διαδικασία της βαθμολόγησης και όχι στη φύση του μαθήματος, αλλά  καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα θα λυθεί ως δια μαγείας χάρη σ’ ένα ευάριθμο σώμα βαθμολογητών υψηλών προσόντων, αμέμπτου ήθους, πειθαρχημένων και ανεπηρέαστων στην κρίση τους. Κάτι τέτοιο μπορεί να ακούγεται καθησυχαστικό αλλά δεν είναι ρεαλιστικό. Εκτός κι αν ενταχθεί σε ένα πλαίσιο λειτουργίας σαν κι αυτό που περιγράψαμε».

Υπογράφουσες-Υπογράφοντες

Aναστασοπούλου Ελευθερία

Βοκορόκος Τριαντάφυλλος

Γεωργιάδου Αγάθη

Δακανάλη Βιργινία (Βέρα)

Διβάνη Αναστασία

Κάλφα Άννυ 

Καρακολίδης Παναγιώτης

Κιτσούλης Δημήτρης

Κούτκος Βαγγέλης

Κωνσταντοπούλου Καλλιρρόη

Λάζαρης Άγγελος

Λάζος Τάσος

Λεουτσάκος Στάθης

Μιχαηλίδης Αντώνης

Μοίρα Πολίνα

Μουντάνου Ρούλα

Μουρκάκου Σταυρούλα

Μουτάφη Μαρία

Μπαζάνης Βασίλης

Παπαζάνη Αγγελική

Ρουμπάκης Γιάννης

Ρωμανού Ιωάννα

Σακκά Βασιλική

Σερεμετάκης Γιώργος

Σιαμαντούρα Σωτηρία

Σιώτου Κωνσταντίνα

Σκαλιδάκη Μαίρη

Σκόρδου Αναστασία

Σκούρτη Δέσποινα

Σπηλιοπούλου Κωνσταντίνα

Σταθοπούλου Δήμητρα

Τιμπλαλέξη Παρασκευή

Τόλη Βασιλική

Τσαλίκουσου Πηνελόπη

Τσίγκου Πολυάνθη

Τσιτσεκίδης Γιάννης

Τσουκαλά Ειρήνη

Τσουκαλάς Παναγιώτης

Φελλαχίδου Σοφία

Χριστόπουλος Δημήτρης

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται!!!