Ευρ. Στυλιανίδης: «Το κράτος μας κινδυνεύει με χρεοκοπία, ο λαός μας με διχασμό, και το έθνος μας με τραγωδία»

Ανοιχτή επιστολή του βουλευτή Ροδόπης ΝΔ Ευριπίδη Στυλιανίδη προς τους πολίτες:

«Για την Ελλάδα της Ευρώπης.

Η έλλειψη εμπνευσμένης ευρωπαϊκής ηγεσίας, συνδυασμένη με τις σοβαρές θεσμικές ατέλειες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, έγιναν η αιτία τα τελευταία χρόνια, ο λελογισμένος «ευρωσκεπτικισμός» να μετεξελιχθεί σε έναν επικίνδυνο «ευρωαρνητισμό». Και τον χαρακτηρίζω «επικίνδυνο», διότι οδηγεί αναμφίβολα στον εθνικό απομονωτισμό, αναζωπυρώνει ιδεοληπτικούς φανατισμούς, και ωθεί σε αριστερίστικους ή ακροδεξιούς εξτρεμισμούς που εξοντώνουν τις θεμελιώδεις αξίες του ευρωπαϊκού οράματος, καθιστώντας το, όχι «κοινή υπόθεση των λαών και των εθνών», όπως θα έπρεπε, αλλά «κοινό συμφέρον» μιας κυνικής βρυξελλιώτικης γραφειοκρατίας και μιας ορθολογιστικής μεν αλλά ωφελιμιστικής και αλαζονικής τεχνοκρατίας.

Τώρα που ήλθαν τα προβλήματα, όλοι, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, ξέχασαν με ευκολία τι έχει πετύχει διαχρονικά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η Ευρωπαϊκή Ένωση: 

– Η Ενωμένη Ευρώπη σταμάτησε τους αιματηρούς πολέμους και διασφάλισε την Ειρήνη στην ήπειρο μας.

– Νίκησε δικτατορικά, ολιγαρχικά, και ολοκληρωτικά καθεστώτα, και εδραίωσε Δημοκρατία και Ανθρώπινα Δικαιώματα.

– Νίκησε τη φτώχεια και πέτυχε ανάπτυξη και ευημερία για όλους, την οποία διέχυσε σε όλα τα κράτη-μέλη, στις περιφέρειες, στις επιχειρήσεις, στα νοικοκυριά και στα άτομα.

Η Ευρώπη μεγάλωσε, χωρίς όμως να εξελιχθεί και να ωριμάσει αντίστοιχα. Διεύρυνση και εμβάθυνση δεν περπάτησαν παράλληλα, και τώρα αυτή η δυσαρμονία μεταβάλλεται σε απειλή.

Η Ελλάδα, χάρη στους αγώνες, στη συστηματική δουλειά, στη συνέπεια, στη διεθνή αξιοπιστία και στη διορατικότητα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του σκληρού πυρήνα της ευρωπαϊκής οικογένειας, και απήλαυσε μέχρι σήμερα όλα τα παραπάνω αγαθά, δηλαδή εθνική συμφιλίωση, δημοκρατία, ανάπτυξη για όλους, ευημερία, εθνική ασφάλεια, που μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο δεν ήταν καθόλου δεδομένα.

Η ευρωπαϊκή επιλογή συντήρησε και συντηρεί ακόμα τον λαό μας, όχι μόνο οικονομικά και αναπτυξιακά, αλλά και πολιτιστικά, ηθικά, πνευματικά, πολιτικά.

Το «ανήκουμε στη Δύση» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, επ’ ουδενί δεν προδίδει εξάρτηση. Είναι εθνική επιλογή που ομολογεί ότι ο ελληνικός πολιτισμός αποτελεί τη διαχρονική βάση του ευρωπαϊκού. Την ίδια στιγμή, όμως, τελειώνει την περίοδο που η Ελλάδα είναι ένα ανάδελφο έθνος-κράτος, και τη μετατρέπει σε αναπόσπαστο τμήμα μιας υγιούς, ισότιμης, και αποτελεσματικής διεθνούς συμμαχίας.

Κακές πολιτικές επιλογές, δικές μας ή της ευρωπαϊκής ηγεσίας, δεν δικαιολογούν άστοχες συγκρούσεις, ούτε φυσικά καταστροφικές λογικές εξόδου από την Ε.Ε.

Ένας τέτοιος παραλογισμός σαν αυτόν που ζούμε αυτές τις μέρες στη χώρα μας, δεν ακυρώνει απλά το διακύβευμα και τη μεγαλύτερη επιτυχία της πολιτικής μας από το 1974 και μετά, αλλά υπονομεύει και την πορεία μας προς το μέλλον.

Δε γνωρίζω αν η κυβέρνηση καθοδηγείται από τη αναχρονιστική της αριστερή ιδεοληψία ή τη στρεβλή και ανεύθυνη αντίληψή της για τους διαπραγματευτικούς κανόνες της Ένωσης. Ότι όμως κι αν ισχύει, είναι το ίδιο επικίνδυνο για το κράτος μας, τον λαό μας και το έθνος μας. Το κράτος μας κινδυνεύει με χρεοκοπία, ο λαός μας με διχασμό, και το έθνος μας με τραγωδία. Η επίφαση δημοκρατικότητας που επικαλείται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με το δημοψήφισμα, στην ουσία αποτελεί αποποίηση της ευθύνης μιας εκλεγμένης κυβέρνησης να σηκώσει το βάρος των δύσκολων αποφάσεων. Οι πολίτες τίθενται ενώπιον ενός ανύπαρκτου διλήμματος, αφού η πρόταση των θεσμών είναι γνωστό ότι παύει να υπάρχει από την Τρίτη και μετά, όπως οι ίδιοι δήλωσαν επισήμως. Η χώρα μπαίνει σε μια απίθανη περιπέτεια χωρίς επιστροφή. Η «διαπραγμάτευση», ακόμα κι αν δεν τελειώσει εδώ, παρά τα όσα ισχυρίζεται ο πρωθυπουργός, καταστρέφεται διότι αγκυλώνεται πλήρως η ευελιξία της ελληνικής διπλωματίας.

Ένα «ΟΧΙ» του λαού, αν δεν καταλάβει το διακύβευμα, μπορεί να τελειώσει την «Ελλάδα της Ευρώπης». Ένα «ΝΑΙ», από την άλλη, δεν αφήνει περιθώριο για κάτι καλύτερο στη συμφωνία με τους θεσμούς, γιατί αυτό το έχουμε ήδη αρνηθεί με την αποχώρηση από τη διαπραγμάτευση…

Τέλος, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει σ’ αυτή τη διαδικασία, είναι, ενώ το δημοψήφισμα του 1974 μας ένωσε στη δημοκρατία, το δημοψήφισμα του 2015 να μας οδηγήσει σε ένα νέο εθνικό διχασμό.

Το κρίσιμο, λοιπόν, ερώτημα που τίθεται στο παρά ένα μιας επικείμενης καταστροφής, είναι: «Προλαβαίνουμε; Υπάρχει λύση;».

Αν η κυβέρνηση ειλικρινά πιστεύει στην «Ελλάδα της Ευρώπης», η λύση είναι:

– Συνεννόηση μεταξύ όλων των πολιτικών αρχηγών.

– Ακύρωση του δημοψηφίσματος.

– Επιστροφή στις διαπραγματεύσεις στη βάση της βελτιωμένης πρότασης των Θεσμών, και συμφωνία με αναφορά και στην ελάφρυνση του χρέους.

– Άμεση αποκατάσταση της ομαλότητας στο τραπεζικό σύστημα και στην αγορά.

– Από κοινού ανάθεση σε ομάδα ειδικών της εκπόνησης ενός «Ολοκληρωμένου Εθνικού Αναπτυξιακού Σχεδίου», που θα αποτελέσει τη βάση συζήτησης, ενόψει του αναγκαίου απ’ ότι φαίνεται τρίτου πακέτου βοήθειας που θα χρειαστεί η Ελληνική οικονομία το φθινόπωρο.

Αν από την άλλη, η κυβέρνηση, όπως λένε κάποιοι, «κινείται ύπουλα και βάσει σχεδίου με στόχο την έξοδο», τότε δεν μένει άλλος δρόμος για μας που πιστεύουμε στην «Ελλάδα της Ευρώπης», από το να δώσουμε με πείσμα και δύναμη τη μάχη στην κοινωνία και να πετύχουμε.

Δεν υπάρχει πλέον χρόνος. Δεν υπάρχουν περιθώρια για προσωπικούς εγωισμούς ή μικροκομματικές και υπολογιστικές λογικές. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να βάζει τον εαυτό του ή το κόμμα του πάνω από τους Έλληνες και την Ελλάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται!!!