Γ. Παπανδρέου: «Κανένας από τους δανειστές μας δεν θέλει την Ελλάδα εξαρτημένη ή υπόδουλη»

«Τα μνημόνια ήταν αναγκαία» «Είμαστε η δύναμη της Αλλαγής από ’δω και πέρα. Μπορούμε και θέλουμε να συμβάλλουμε δημιουργικά στην επίσπευση της «επόμενης μέρας» της Ελλάδας» – «Όχι σε εξεταστική που θα βολεύει το Καραμανλικό κατεστημένο» «Ναι σε δημοψήφισμα για μεταρρυθμίσεις που θα συμφωνηθούν με τους εταίρους» – «Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να απαλλαχθεί από την εξάρτησή της από τους δανειστές, τους εταίρους της Ε.Ε. και το ΔΝΤ» – «Η Ελλάδα χρειάζεται ανάπτυξη, θέσεις εργασίας, φορολογικά έσοδα».

Ομιλία Γιώργου Παπανδρέου, σε διαδικασία διαβούλευσης του Κινήματος Δημοκρατών-Σοσιαλιστών για τις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης, που πραγματοποιήθηκε στο Ίλιον:

«Συντρόφισσες και σύντροφοι, φίλες και φίλοι, χαίρομαι που βρισκόμαστε σήμερα μαζί.

Και που συμμετέχω σε μια διαδικασία του Κινήματος, διαδικασία ενημέρωσης – συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων.

Αποτελεί μια νέα διαδικασία, σεμιναριακή και διαλόγου, που θεσμοθετούμε, και θα οργανώσουμε σε όλη την Ελλάδα και σε βάση συνεχή.

Είναι η στιγμή να αποτιμήσουμε  τις τελευταίες εξελίξεις και να μιλήσουμε για τις δικές μας πρωτοβουλίες και πολιτικές.

Είναι η ώρα και να κατανοήσουμε όλοι μας μια πραγματικότητα, μερικές αλήθειες, που συστηματικά κρύφτηκαν, διαστρεβλώθηκαν, γύρω από τα μεγάλα προβλήματα της χώρας μας.

Μετά από πέντε χρόνια θυσιών του ελληνικού λαού, μετά από έξι χρόνια ύφεσης, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να κάνει ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρος. Έχει την ευκαιρία να απαλλαχθεί από την εξάρτησή της από τους δανειστές μας, τους εταίρους της Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Το ίδιο – είμαι σίγουρος – επιθυμούν και οι δανειστές μας. Κανένας από τους δανειστές μας δεν θέλει την Ελλάδα εξαρτημένη ή υπόδουλη, όπως μερικοί πιστεύουν ακόμα σήμερα.

Τελικά συνειδητοποιούν όλοι, ότι οι δανειακές συμβάσεις, τα μνημόνια, το πρώτο, το δεύτερο, και το τρίτο που θα έρθει, είτε με τη μορφή μιας νέας σύμβασης είτε με τη μορφή της παράτασης του δεύτερου μνημονίου, ήταν αναγκαία επειδή δεν μπορούσαμε να δανειστούμε από τις ανοιχτές αγορές. Ίσως μπορούσαμε να δανειστούμε, με ληστρικά επιτόκια, αλλά με βέβαιο αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε χρεοκοπία και κατάρρευση.

Όπως ομολόγησε ο ίδιος ο σημερινός Πρωθυπουργός, ο Αλέξης Τσίπρας, προτείνοντας εξεταστική επιτροπή για το «πώς φθάσαμε στο μνημόνιο και στον αναγκαστικό δανεισμό» – έτσι το διατύπωσε, ελπίζω όχι εκ παραδρομής.

Αναγκαστικός δανεισμός είναι και αυτό που κάνει και ακολουθεί και η σημερινή κυβέρνηση.

Απλά, αδυνατεί και αυτή – όπως τότε εμείς σε πολύ χειρότερες συνθήκες – να βγει στις αγορές, και διαπραγματεύεται με τους εταίρους για να πάρει τις επόμενες δόσεις για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.

Η πολιτική που σήμερα ακολουθεί σε αυτό το ζήτημα, αποτελεί τρανή αναγνώριση του τι αντιμετωπίσαμε – με πολύ χειρότερους συσχετισμούς και έλλειψη οποιουδήποτε μηχανισμού στήριξης – και εμείς τότε, το 2010.

Για αυτό πρώτοι εμείς θέλουμε να ειπωθούν αλήθειες.

Αυτές που συσκοτίστηκαν συστηματικά για να βολέψουν τις ορέξεις διαφόρων αρχηγών και κομμάτων. Για να μεταφέρουν τις ευθύνες σε εμάς, τους πυροσβέστες, όταν άλλοι είχαν ανάψει τις φωτιές.

Για αυτό αναμένουμε και μια πραγματική εξεταστική επιτροπή, όχι μια εξεταστική «α λα καρτ«, που θα βολεύει τη σύμμαχη δύναμη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΑΝΕΛ, δηλαδή το Καραμανλικό κατεστημένο.

Ιστορικά πρέπει να απολογηθεί για το πως βρέθηκε η χώρα χωρίς καμία προστασία στο χείλος του γκρεμού.

Πέντε χρόνια μετά από τις δικές μας προσπάθειες, θα έπρεπε σήμερα η Ελλάδα να έχει ξεφύγει από την εξάρτησή της από τους δανειστές.

Εάν είχε υπάρξει ευρύτατη συναίνεση – ιδιαίτερα για τις μεγάλες αλλαγές – χωρίς να προβάλλονται παντού από τη ΝΔ μέχρι και το ΣΥΡΙΖΑ μαγικές λύσεις που δημιουργούσαν ψευδαισθήσεις και απογοήτευση στον ελληνικό λαό, σήμερα θα ήμασταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση.

Μιας και σήμερα η ελληνική Κυβέρνηση φαίνεται να κατανοεί πια την πραγματικότητα, να κατανοεί ότι χρειάζεται μια σοβαρή διαπραγμάτευση με τους εταίρους, θα πρέπει να μην καθυστερεί άλλο.

Όσο καθυστερεί, όσο θέλει να παίζει ένα επικοινωνιακό παιχνίδι στο εσωτερικό της χώρας, δείχνοντας μια δήθεν αδιαλλαξία ενώ στην ουσία δέχεται τους βασικούς όρους του μνημονίου, τόσο χάνει η χώρα.

Χάνει πρώτα την ευκαιρία να κάνει σοβαρές βελτιώσεις στο μνημόνιο. Δηλαδή, να ελαφρύνει την πολιτική λιτότητας και να προσελκύσει σοβαρές επενδύσεις.

Χάνει την ευκαιρία να αναδείξει τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα, με ένα σοβαρό σχέδιο, σχέδιο που θα έπρεπε να τύχει μιας σοβαρής επεξεργασίας και διαβούλευσης με όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της Ελλάδας. Σχέδιο που δεν θα είναι απλά ένα απάνθισμα ιδεών μερικών υπουργών.

Χάνει την ευκαιρία να πείσει την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ότι η Ελλάδα πράγματι θέλει να αλλάξει και να σταθεί στα δικά της πόδια.

Χάνει την ευκαιρία να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της η χώρα, το μεγαλύτερο ατού σήμερα για οποιαδήποτε χώρα, που θα εξασφάλιζε την γρήγορη έξοδό μας στις αγορές, όπως έχει κάνει η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.

Σκεφτείτε ότι, η Πορτογαλία μπορεί σήμερα πια να βγει στις αγορές και να δανειστεί με πολύ χαμηλότερα επιτόκια από εκείνα που πήρε από τους θεσμούς.

Δηλαδή, μπορεί να αποπληρώσει τα παλιά της δάνεια με νέα, που όμως θα τα εξυπηρετεί με πολύ μικρότερο κόστος για τον Πορτογάλο.

Αυτή την ευκαιρία την χάνουμε καθώς καθυστερούμε.

Χάνουμε επίσης την ευκαιρία που μας ανοίγεται από τις πρόσφατες αποφάσεις της ΕΚΤ.

Όπου επίσης βρέχει φτηνό χρήμα και εμείς κρατάμε ομπρέλα.

Χάνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει ένα πρωτογενές πλεόνασμα – το οποίο εύκολα μπορεί να γίνει έλλειμμα- γιατί η ασάφεια και η αστάθεια που καλλιεργεί εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της οικονομίας, στερούν το δημόσιο από έσοδα, την αγορά από ρευστότητα, ενώ οι παραγωγοί μας δυσκολεύονται στις εισαγωγές και εξαγωγές με ξένους, γιατί δεν τους δίνουν πίστωση λόγω της κατάστασης που επικρατεί.

Χάνει βέβαια και αξιοπιστία – όταν η Ελλάδα απειλεί με αστείο ή και επικίνδυνο τρόπο.

Απαράδεκτη η δήλωση του Υπουργού Άμυνας, που απειλεί να στείλει τζιχαντιστές και πρόσφυγες στην Γερμανία. Δηλαδή, το ελληνικό έδαφος να γίνει πεδίο μετάβασης της πιο κατάπτυστης οργάνωσης και ιδεολογίας για να πλήξουμε την Ευρώπη, που να θυμίσω, αυτή τη στιγμή μας έχει δανείσει πάνω από 300 δισ. ευρώ.

Πρώτα, σκεφτείτε τι θα γίνει στην Ελλάδα εάν αυτό συμβεί. Ποιες καταστάσεις θα ζήσουν οι γειτονιές των πόλεών μας.

Δεύτερον, σκεφτείτε τι αντίμετρα θα έπαιρνε η Ε.Ε. Θα μας έκλεινε τα σύνορα, όχι στους πρόσφυγες, αλλά σε εμάς τους ίδιους, τους Έλληνες.

Τρίτον, αποτελεί μια φασίζουσα νοοτροπία αυτή που προτείνει να μεταχειριστούμε πληθυσμούς ωσάν να ήσαν αγέλη, ως εργαλεία, σε έναν πόλεμο.

Σε μια άλλη κυβέρνηση, μια παρόμοια δήλωση του Υπουργού Άμυνας θα σήμαινε την άμεση παύση του από τα καθήκοντά του.

Ο ίδιος αποτελεί απειλή για την άμυνα της χώρας.

Τέλος, όταν τσακωνόμαστε για τα αυτονόητα, δηλαδή για το εάν θα υπάρξει αξιολόγηση της πορείας μας από τους εταίρους, χάνει την ευκαιρία διαπραγματευτικά η Ελλάδα να θέσει πρωτεύοντα ζητήματα – όπως της ελάφρυνσης του χρέους.

Αλλά πολύ περισσότερο από την ελάφρυνση του χρέους, η Ελλάδα χρειάζεται μια ανταγωνιστική οικονομία να δημιουργήσει ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα.

Είναι η ευκαιρία να διαπραγματευτεί ένα πρόγραμμα που να λειτουργεί σωστά.

Να βελτιωθεί προς όφελος της οικονομίας και του λαού.

Ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.

Όπως και εμείς προτείναμε – αυτό χρειάζεται ευρύτατη συναίνεση. Όχι νέους διχασμούς.

Και αυτό το μεγάλο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων μαζί με το νέο πακέτο που θα συνυπογράψει η Ελλάδα με τους εταίρους να έρθει σε δημοψήφισμα.

Να γίνει το ελληνικό σχέδιο, κτήμα του Ελληνικού λαού.

Δεν είναι  επίσης τυχαίο το γεγονός ότι ξεκίνησε και χρησιμοποιείται η ιδέα του δημοψηφίσματος.

Μια ιδέα, αλλά και απόφαση δική μας, η οποία είναι η αλήθεια όμως ότι ξεβόλεψε πολλούς. Έξω και μέσα. Γιατί το πλέον οργανωμένο μέσο έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, στο οποίο είμαστε και σήμερα θετικοί, φόβισε πολλούς. Και έδρασαν αναλόγως. Γιατί δεν επιθυμούσαν, όπως εμείς, να αποφασίσει ο ίδιος ο λαός για το μέλλον της χώρας σε βάθος χρόνου.

Εδώ όμως, να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας.

Εμείς πέσαμε με αφορμή το δημοψήφισμα – με αφορμή, λέω, γιατί υπάρχουν βέβαια και άλλοι λόγοι για τους οποίους έχουμε μιλήσει και θα μιλήσουμε και πάλι.

Πληρώσαμε την απόφασή μας για την κορυφαία έκφραση του Ελληνικού λαού σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή.

Είμαστε θετικοί στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, γιατί αποτελεί μέσο έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας. Πολύ περισσότερο δε, όταν κρίνεται το μέλλον της χώρας σε βάθος χρόνου. Αλλά το δημοψήφισμα γίνεται για να τεθούν συγκεκριμένα ερωτήματα στον Ελληνικό λαό.

Στην προκειμένη περίπτωση, συγκεκριμένο ερώτημα μπορεί να προκύψει μόνον αν υπάρξει σχέδιο συμφωνίας με τους δανειστές και οι πολίτες κληθούν να αποφασίσουν για την αποδοχή του ή όχι.

Επί ανυπαρξίας σχεδίου συμφωνίας δεν υπάρχει ερώτημα, δίλημμα ή διακύβευμα.

Εννοείται βεβαίως ότι δημοψήφισμα για την παραμονή στο ευρώ ή όχι απορρίπτεται, γιατί και η πρόσφατη ψήφος στο ΣΥΡΙΖΑ δόθηκε με τη δέσμευση του κυβερνώντος κόμματος ότι η πολιτική του ασκείται εντός του πλαισίου της ευρωζώνης.

Και παραμένουμε υπέρμαχοι και θετικοί. Όμως έτσι όπως ακούγεται και χρησιμοποιείται από τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα το δημοψήφισμα, είναι αόριστο και αδιευκρίνιστο. Εμείς είμαστε ξεκάθαροι. Ένα δημοψήφισμα, έχει νόημα όταν τίθεται και το σωστό ερώτημα.

Όχι γενικό και αόριστο, που μπορεί να μετατραπεί σε μπούμεραγκ.

Και επ’ ουδενί να χρησιμοποιείται το δημοψήφισμα για την κάλυψη της πολιτικής ανυπαρξίας του ΣΥΡΙΖΑ και της έλλειψης σχεδίου και ολοκληρωμένης πολιτικής πρότασης.

Αυτό είναι αντίθετο και σε όσα πιστεύουμε εμείς και στο συμφέρον της χώρας.

Θεωρούμε λοιπόν θετικό ότι οι πολιτικές δυνάμεις και μάλιστα σε επίπεδο κυβέρνησης, έρχονται σε μια καθοριστική για εμάς θέση, το δημοψήφισμα.

Αν και έπρεπε να ανακοινωθεί προεκλογικά, αλλά απαιτείται και εδώ η προϋπόθεση που ανέφερα πριν.

Να προηγηθεί σοβαρή διαπραγμάτευση, να υπάρξει ουσιαστικό Ελληνικό Σχέδιο για μεταρρυθμίσεις, συγκεκριμένες προτάσεις για αναδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού, και εν τέλει η όποια τελική συμφωνία με τους εταίρους που θα δημιουργούσε και προοπτική ελάφρυνσης του χρέους να τεθεί προς κρίση στον Ελληνικό λαό. Να υιοθετηθεί από τον Ελληνικό λαό.

Διαφορετικά, η χρήση του πλέον δημοκρατικού μέσου που παρέχει το Σύνταγμα, ως μέσο αντιπερισπασμού, ως κίνηση εκβιασμού και απλό πυροτέχνημα, με διλήμματα ευφάνταστα περί αξιοπρέπειας ή όχι, καθίσταται βλαπτική και επικίνδυνη.

Προαπαιτείται  σαφής στρατηγική για τη χώρα. Μόνο επί σαφούς σχεδίου ζητάς νομιμοποίηση από τους πολίτες και δυστυχώς, αυτό δεν φαίνεται να υπάρχει από την Κυβέρνηση.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, φίλες και φίλοι,

Πριν από λίγες μέρες, σχεδόν αμέσως μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, το ΚΙΝΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΩΝ, το ΚΙΝΗΜΑ μας, οργάνωσε την πρώτη του Πανελλαδική Συνδιάσκεψη.

Με πρωτοφανή συμμετοχή και με μια συνεπή δουλειά, οι ομάδες που δημιουργήθηκαν εκεί ανακοίνωσαν τα συμπεράσματά τους, τα οποία αποτελούν και ένα πρώτο υλικό για τον προσυνεδριακό μας διάλογο, που θα κορυφωθεί στο Συνέδριό μας. Για να καταστήσουμε το Κίνημα πιο συγκροτημένο, πιο δυνατό και κυρίως ελπιδοφόρο για τη χώρα και τη δημοκρατική – προοδευτική παράταξη.

Να μην ξεχνάμε ότι προλάβαμε μέσα σε λίγες μόνον ημέρες να συντονιστούμε με όλες τις κατά τόπους Ομάδες Πρωτοβουλίας, να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας, να στήσουμε μέσα σε πρωτόγνωρες συνθήκες ψηφοδέλτια σε όλη την Ελλάδα, να παρέμβουμε προεκλογικά παντού, να βρισκόμαστε στο δημόσιο διάλογο και να μιλήσουμε για τις αρχές μας, τις αξίες μας, την πολιτική μας, την  ιδεολογία μας.

Με τον τρόπο αυτό συνεχίζουμε και σήμερα.

Ο χρόνος πολιτικά είναι πυκνός και οι δράσεις μας πρέπει να είναι το ίδιο.

Ήδη οργανωνόμαστε με βάση τις νέες μας αρχές.

Στην πορεία προς το Συνέδριό μας, ανακοινώθηκε από το Κίνημα η πολιτική και οργανωτική διάταξη με Κύκλους Τομέων Πολιτικής και Δράσης, Παρατηρητήρια και Εργαστήρια, μέχρι το Συνέδριο, όπου θα αποφασιστεί η οργανωτική δομή του Κινήματος.

Να τονίσω ότι στους Κύκλους αυτούς, τα Παρατηρητήρια και τα Εργαστήρια και στο συστηματικό διάλογο που ανοίγουν, μπορούν εννοείται και πρέπει να συμμετέχουν όλα τα μέλη και οι φίλοι, για να αξιοποιηθούν οι εμπειρίες και οι γνώσεις τους.

Ήδη έχει προβλεφθεί και ο τρόπος δήλωσης συμμετοχής.

Οι αρχές της συμμετοχής, της διαβούλευσης, της ισότητας, της δημοκρατικής λειτουργίας, της λογοδοσίας, της αξιοκρατίας, είναι και παραμένουν για εμάς αδιαπραγμάτευτες.

Επεξεργαζόμαστε τις θέσεις του Κινήματος για όλα τα ζητήματα, ενημερωνόμαστε, προσφέρουμε τη γνώση και την εμπειρία μας, παρακολουθούμε τις δράσεις της Κυβέρνησης και όλων των πολιτικών δυνάμεων, παρεμβαίνουμε παντού και οργανωνόμαστε.

Αναδεικνύουμε και πάλι το ήθος της πολιτικής, μακριά από στείρες αντιπαραθέσεις και πλαστές ηθικολογίες.

Ξεχωρίζουμε την ουσία της πολιτικής από τα ψεύτικα διλήμματα.

Οι συνθήκες πόλωσης, απογοήτευσης του πολίτη, εύκολου λαϊκίστικου λόγου, δεν μας φοβίζουν, αντίθετα μας δυναμώνουν.

Φθάνουμε στον πιο απομακρυσμένο πολίτη με την πολιτική μας,  μακριά από παραγοντισμούς, συγκεντρωτισμό, διευθετήσεις και συγκολλήσεις προσώπων.

Κεφαλαιοποιούμε σήμερα το μεγαλύτερο κέρδος από την πρόσφατη εκλογική διαδικασία.

Μέσα σε αυτό το συντομότατο διάστημα δούλεψαν εθελοντικά για το Κίνημά μας, αφού το πίστεψαν ως προσωπική τους υπόθεση, χιλιάδες πολίτες σε όλη την Ελλάδα, με μεγάλη πλειοψηφία νέων, άλλοι που εκτέθηκαν ως υποψήφιοι βουλευτές, άλλοι βοηθώντας, στηρίζοντας και υποστηρίζοντας δημοσίως το τολμηρό αυτό εγχείρημα, παρά τις μεγάλες – ακόμη και προσωπικές τους, δυσκολίες.

Αυτοί οι χιλιάδες λοιπόν ενεργοί πολίτες, μαζί με πολλούς ακόμη που βλέπουν πλέον πιο καθαρά το νόημα της δημιουργίας του Κινήματος, αποτελούν την πρώτη μαγιά, τους πρώτους ισχυρούς πυρήνες, αναντίστοιχους δυστυχώς με το εκλογικό αποτέλεσμα, που θα γίνουν η δύναμη της Αλλαγής από δω και πέρα, μέσα από τις διαδικασίες που ξεκινάμε σήμερα.

Μπορούμε και θέλουμε να συμβάλλουμε δημιουργικά στην επίσπευση της «επόμενης μέρας» για τη χώρα, η οποία ήδη θα έπρεπε να έχει προχωρήσει.

Και αυτό απαιτεί αλήθειες.

Κατανόηση της πραγματικότητας. Και τη συστηματική μας βούληση, επεξεργασία συμμετοχικά και δημοκρατικά των μεγάλων αλλαγών που απαιτούνται ώστε να σταθούμε όρθιοι και να εγγυηθούμε δουλειές, ποιότητα ζωής, κράτος δικαίου.

Για να ανταποκριθούμε στις πραγματικές ανάγκες και τα διακυβεύματα που έχουν μπροστά τους η χώρα και ο Ελληνικός λαός, χρειάζεται ενημέρωση, γνώση, συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων, ιδεών, θέσεων και προτάσεων.

Ούτε η υποκρισία, ούτε και οι μισές – ευχάριστες κατά βάση – αλήθειες, έχουν θέση απέναντι στην πραγματικότητα.

Εμείς θα πορευτούμε αυτόν τον δύσκολο δρόμο για να είμαστε χρήσιμοι.

Και σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να ανταποκριθούμε σε αυτή μας τη δέσμευση.

Και μαζί θα τα καταφέρουμε.

Για την Ελλάδα και τους Έλληνες».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται!!!